Translate

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Κάτι Περισσότερο από Περισσότερη Ευρώπη


Τα προβλήματα  που συνδέονται με την οικονομική κρίση συνεχίζουν σκιαγραφούν το παρόν και το μέλλον   πολλών οικονομιών της ευρωζώνης. Συνοπτικά, η υπερχρέωση του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, το αδύνατο τραπεζικό σύστημα η υψηλή ανεργία, οι ισχνοί ρυθμοί ανάπτυξης αλλά και  η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας  αποτελούν τον  κοινό τόπο των προβλημάτων  πολλών οικονομιών.
Απέναντι σ’ αυτά τα προβλήματα η ΕΕ τα τελευταία είκοσι χρόνια αντιπαραθέτει μια  μόνιμη συνταγή.  Η μόνιμη κατεύθυνση που δίνεται στις χώρες μέλη για την  αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων είναι το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης, οι μεταρρυθμίσεις και η απελευθέρωση των αγορών εργασίας, προϊόντων.  Στην συνέχεια με μια πραγματικά αξιόλογη ικανότητα η ΕΕ σε  συνεργασία με το Κράτος μέλος κατασκευάζει ένα αφήγημα που σχετίζεται περισσότερο με τις ευχές  και τις προσδοκίες μας για την επίλυση του προβλήματος. Σε μεταγενέστερο χρόνο καθεστοποιείται αυτό το αφήγημα και τέλος  μετουσιώνεται σε κυρίαρχη πολιτική. Και αυτό συμβαίνει ακόμα και αν αυτές οι ιδέες εναντιώνονται στην βασική οικονομική λογική και την πραγματικότητα.

 
Ωστόσο όμως η οικονομική πραγματικότητα φαίνεται να μας προσφέρει διαφορετικά διδάγματα. Το πρώτο τραγικό δίδαγμα αλλά και η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας είναι ότι με αυτό τον τρόπο ούτε η κρίση αντιμετωπίζεται, ούτε η ανάπτυξη ενεργοποιείται αλλά ούτε θωρακίζεται η οικονομία απέναντι στην επερχόμενη κρίση. Το δεύτερο τραγικό δίδαγμα λέει ότι τα μέτρα που θεωρούνται αναπόφευκτα για την αντιμετώπιση της κρίσης αργά ή γρήγορα θα ληφθούν.  Και επιπλέον όσο καθυστερείς την λήψη των αναγκαίων μέτρων τόσο μεγαλύτερο γίνεται το πρόβλημα. 
Επομένως το λογικό ερώτημα που προκύπτει είναι για ποιό λόγο δεν ενισχύεται η φαρέτρα  με μέτρα πολιτικής που θα επιφέρουν πραγματικά αποτελέσματα και θα συμβάλουν στην ενδυνάμωση της συνοχής. Δυστυχώς η υπάρχουσα δομή της ΟΝΕ κάνει σχεδόν αδύνατη αυτή την επιλογή. Το πρόβλημα είναι ότι ο  εμπλουτισμός των μέτρων  μπορεί να γίνει μόνο αν αναγνωριστεί η αναγκαιότητα προσαρμογής του πλαισίου πολιτικής στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας. Με άλλα λόγια απαιτείται η διαμόρφωση ενός πλαισίου οικονομικής πολιτικής προσαρμοσμένο στα προβλήματα της κάθε οικονομίας. Αυτή η άποψη έρχεται σε αντιδιαστολή με την ενιαία γραμμή και την πολιτική του’ one size fits all’.  Ας θεωρήσουμε  για παράδειγμα τις πιο προβληματικές οικονομίες της ευρωζώνης την Ελλάδα και την Ιταλία. Το υψηλό εξωτερικό  χρέος, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αποτελούν τα κοινά μεγάλα προβλήματα. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν μπορεί η ίδια πολιτική με το ίδιο φάρμακο να θεραπεύσει  διαφορετικές ασθένειες.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Το Πείραμα Συνεχίζεται


  Από την υπαγωγή της Χώρας στο Α’ μνημόνιο έχουν περάσει περισσότερο από εκατό πέντε  μήνες. 
Τον Μάιο του 2010  εκταμιεύτηκε το πρώτο  ‘δάνειο’ εν μέσω σοβαρών διαφωνιών για την βιωσιμότητα
 του ελληνικού χρέους.   Σ’ αυτή την  φάση της κρίσης τόσο το ΔΝΤ όσο και η ΕΕ υποχρεώθηκαν 
να βασιστούν σε υπεραισιόδοξες προβλέψεις προκειμένου να τεκμηριώσουν την βιωσιμότητα του 
ελληνικού χρέους και να εξασφαλίσουν με αυτό τον τρόπο την συναίνεση των αρμόδιων οργάνων. 
  Έχουν περάσει περισσότερο από έξι χρόνια από την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους με το PSI+  
  όπου δόθηκαν διαβεβαιώσεις εκατέρωθεν  ότι αντιμετωπίστηκε οριστικά και αμετάκλητα το πρόβλημα του χρέους.
 Έχουν περάσει επίσης  περισσότερο από πέντε χρόνια από την επικαιροποίηση του δεύτερου μνημονίου που 
προέβλεπε  ότι το 2019 ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα πλησίαζε  το 124%.
 Και τέλος,  έχουν περάσει τρία  χρόνια από την έναρξη εφαρμογής του τρίτου μνημονίου όπου 
η εφαρμογή του θα μας ‘έβγαζε’ στις αγορές και στην ανάπτυξη.  Στο μεσοδιάστημα
το ελληνικό ΑΕΠ υπέστη απώλειες  μεγαλύτερες από  25% της αξίας του,  οι  τράπεζες έχουν 
ανακεφαλαιοποιηθεί τρείς φορές ενώ σήμερα  η ελληνική οικονομία έχει παγιδευτεί σε αναιμικούς 
ρυθμούς ανάπτυξης, με ανυπαρξία τραπεζικού συστήματος, υπερχρέωση του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα  
και  συνεχίζουν να εκφράζονται σοβαρές αμφιβολίες για την βιωσιμότητα του χρέους και την ικανότητα
έκδοσης ομολόγων στις αγορές. 


Σε όλη την διάρκεια της κρίσης η αποτυχία  προβλέψεων των εξελίξεων των οικονομικών μεγεθών και η  αστοχία 
αποτέλεσε την βασικό χαρακτηριστικό  των ελληνικών 
προγραμμάτων.  Αυτή η αποτυχία δεν αποτέλεσε  
μόνο μια εσφαλμένη  οικονομική άσκηση. Μηδένισε την 
αποτελεσματικότητα των μέτρων  και ταυτόχρονα 
μείωσε  την αξιοπιστία των ακολουθούμενων πολιτικών. 
  Η απέλπιδα  προσπάθεια να χρεωθούν όλες αυτές οι 
αποτυχίες στον ελληνικό πολιτικό σύστημα φαίνεται ότι
 δεν έπεισε ούτε το ΔΝΤ. Η   λογική ότι το ελληνικό πολιτικό
 σύστημα δεν υιοθέτησε τις μεταρρυθμίσεις ή 
το πρόγραμμα απέτυχε διότι ο Σαμαράς έβαλε τον Γιακουμάτο 
στην Κυβέρνηση ακούγονται πλέον ως παραμύθια.
Το τραγικό είναι ότι συνεχίζεται  η πολιτική της υιοθέτησης ανέφικτων και εξωπραγματικών στόχων. 
Και το χειρότερο είναι ότι αυτή  η πολιτική της ανεπάρκειας εκλαμβάνεται ως κάτι φυσιολογικό. 


Σήμερα και μετά από όλα αυτά και ενώ θα περιμέναμε μια ουσιαστική βελτίωση σ’ αυτή την στοχοθεσία  βλέπουμε
 την συνέχιση του λάθους. Επομένως είναι λογικό να υποθέσουμε  ότι τελικά  δεν επρόκειτο  περί  λάθους αλλά 
εγνωσμένης παραποίησης των στοιχείων και μάλλον για ενσυνείδητο ψέμα συνεχίζοντας  με αυτό τον τρόπο την 
μοναδική  πολιτική του Α. Γεωργίου.
Και στα δύο κεντρικά θέματα της ελληνικής οικονομίας, δημοσιονομικός στόχος και χρέος υπάρχει μια άτυπη 
συμφωνία αποδοχής του  υπερφυσικό. Όπως και πριν έτσι και τώρα κατασκευάζουμε ένα αφήγημα που 
σχετίζεται περισσότερο με τις ευχές μας και τις προσδοκίες μας. Σε μεταγενέστερο χρόνο καθεστοποιούμαι αυτό 
το αφήγημα και τέλος το μετουσιώνομαι σε κυρίαρχη πολιτική ακόμα και αν αυτές οι ιδέες εναντιώνονται στην
 βασική οικονομική λογική. Έτσι αφού αντικαταστήσαμε ως κριτήριο βιωσιμότητας Χρέος/ΑΕΠ με ένα μέγεθος 
ροή δηλαδή  χρηματοοικονομικές ανάγκες/ ΑΕΠ  βαφτίσαμε το χρέος βιώσιμο έχοντας την απαίτηση να γίνει 
πιστευτό και από τις αγορές. Σήμερα  για μια ακόμη φορά η φράση ‘αυτό το πρόγραμμα δεν βγαίνει’  
αποτελεί πλέον  την μόνιμη επωδό όλων των οικονομικών συζητήσεων.  Ωστόσο ο υπερβατικός 
δημοσιονομικός στόχος μέχρι το 2060 θεωρείται ως η απώτατη εθνική υποχρέωσή μας  παρόλο που 
γνωρίζουμε ότι δεν πρόκειται να υλοποιηθεί. Φαίνεται λοιπόν ότι δεν μάθαμε το μάθημά μας  και το ελληνικό
 πείραμα συνεχίζεται.
Βέβαια η συνέχιση αυτού του πειράματος εμπλουτισμένο με την τεχνητή αισιοδοξία μπορεί να είναι απαραίτητη  
για την  ΕΕ και ΔΝΤ για λόγους που σχετίζονται με την ανάγκη επιτυχής έκβασης του ελληνικού προγράμματος. 
Το βέβαιο όμως είναι ότι  δεν πρόκειται   να οδηγήσει την ελληνική οικονομία στην πραγματική έξοδο από την κρίση.
 Η πραγματική έξοδος θα αρχίσει να διαφαίνεται όταν προσγειωθούμε στην πραγματικότητα
 επαναδιαπραγματευόμενοι  τους ανεδαφικούς στόχους και προσαρμόζοντας το ελληνικό πρόγραμμα στην 
πραγματικότητα.