Translate

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Η Ευρωζώνη Χάνει τη Σημασία της (Παναγιώτης Πετράκης Καθηγητή ΕΚΠΑ με την συνεργασία της Κυριακής Καυκά

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια χωρίς προηγούμενο δραματική αλλαγή στο παγκόσμιο ΑΕΠ. Ο τρόπος με τον οποίο δημιουργείται ο πλούτος σε παγκόσμιο επίπεδο αλλάζει σημαντικά: α) η Ιαπωνία έχασε το κερδισμένο έδαφος που κατείχε (μείωση κατά 4,28%) με ταχύτητα ίδια με αυτή με την οποία το είχε κερδίσει κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, β) η Κίνα αύξησε το μερίδιό της στο παγκόσμιο ΑΕΠ κατά 5,25%, γ) το μερίδιο των χωρών της Δύσης στο παγκόσμιο ΑΕΠ μειώθηκε κατά 10,33% (περισσότερο από τη σωρευτική μείωση που είχε σημειωθεί κατά τις προηγούμενες τέσσερεις δεκαετίες) και κατά 22,05% κατά τη συνολική περίοδο 1960-2012, δ) το μερίδιο των ΗΠΑ μειώθηκε κατά 9,12% και κατά 16,68% κατά τη συνολική περίοδο 1960-2012, και ε) το αντίστοιχο μερίδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μειώθηκε κατά 1,21%, ενώ κατά τη συνολική περίοδο 1960-2012 μειώθηκε κατά 5,37%. 
 Η αλλαγή στις δυνάμεις διαμόρφωσης του παγκοσμίου ΑΕΠ έχει συνοδευτεί από την αλλαγή στις τάσεις που παρατηρούνται στις παγκόσμιες εμπορικές συναλλαγές. Το μεγαλύτερο μέρος της αλλαγής αυτής οφείλεται κυρίως στη μεγάλη ενδυνάμωση της Κινεζικής οικονομίας, η οποία κατά την περίοδο 2002-2011 σημείωσε μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης του εμπορίου ίσο με 23,2%, ξεπερνώντας το Ην. Βασίλειο, την Ιαπωνία και τη Γερμανία όσον αφορά στα μερίδια που διακατέχουν στο παγκόσμιο εμπόριο. Κατά την τελευταία δεκαετία η Κίνα αύξησε το μερίδιό της στο παγκόσμιο εμπόριο κατά 5,4%, την ίδια στιγμή που το μερίδιο των χωρών του ΟΟΣΑ στο σύνολό τους μειώθηκε κατά 12%. 
 Σε πρόσφατη μελέτη του Bruegel (2014) αναφέρεται ότι ενώ αυτή τη στιγμή η Ευρωπαϊκή Ένωση διακατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο του παγκοσμίου εμπορίου (περίπου το 33%), το 2020 αναμένεται να κατέχει περίπου το 25%! Ταυτόχρονα, μέχρι το 2020, οι χώρες BRIC θα καταλαμβάνουν περίπου το 34% και η Κίνα, εξαιρουμένων των υπολοίπων BRIC χωρών, θα ξεπερνάει το εμπορικό μερίδιο των ΗΠΑ και θα προσεγγίζει -μόνη της- το μερίδιο του συνόλου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 Η μείωση του εμπορικού μεριδίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αξιοσημείωτη. Μάλιστα, το εμπορικό μερίδιο στο παγκόσμιο εμπόριο μειώνεται και για τις πέντε μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης (Διάγραμμα 2).
 Έτσι λοιπόν, το 2020, η Κίνα αναμένεται να είναι η κυριότερη εξαγωγική αγορά της Γερμανίας, ενώ επίσης αναμένεται να είναι ακριβώς πίσω από τη Γερμανία ως ο δεύτερος κυριότερος εμπορικός εταίρος της Γαλλίας. Η Ιταλία δεν αναμένεται να αυξήσει το εξαγωγικό της μερίδιο στην Κίνα αντιθέτως αναμένεται να εξάγει περισσότερο προς τις αναδυόμενες οικονομίες/αναπτυσσόμενες αγορές. Επομένως, οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης στρέφονται περισσότερο προς «εξαγωγικούς παραδείσους» εκτός της ζώνης του ευρώ (Petrakis et al. 2013). Η σημασία του ευρήματος αυτού είναι ιδιαίτερα σημαντική αφού θέτει σε αμφισβήτηση τη βασική αρχή της νομισματικής ένωσης που είναι ότι το κυριότερο μέρος των εμπορικών συναλλαγών να πραγματοποιούνται εντός αυτής. Ωστόσο, όταν δημιουργήθηκε η Οικονομική Νομισματική Ένωση στην Ευρώπη, δεν μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι 21 έτη μετά η Κίνα και όχι η Γαλλία θα αποτελεί τον κύριο εμπορικό εταίρο της Γερμανίας. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί σημαντικές προκλήσεις για τη λειτουργία της Ευρωζώνης, μειώνοντας τα οφέλη που προκύπτουν από τη δημιουργία της. Εάν οι μεγαλύτερες Ευρωπαϊκές χώρες αλλάζουν όντως τις εμπορικές τους συνήθειες ώστε οι κύριες εμπορικές τους δραστηριότητες θα διεξάγονται εκτός της Ευρωζώνης, θα αρχίσουν να δρουν ανεξάρτητα από τη νομισματική ένωση και θα προσπαθούν να προσαρμόζονται και να αναπτύσσουν νέες παγκόσμιες σχέσεις. Η περίπτωση του χειρισμού της κρίσης στην Ουκρανία είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πάντως αρκετές οικονομίες της Ευρωζώνης φαίνεται το 2020 να διατηρούν τον προσανατολισμό τους εντός της ζώνης του ευρώ, όπως για παράδειγμα η Ολλανδία, το Βέλγιο αλλά και η Ισπανία.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τη μεταβολή στα εμπορικά μερίδια, ίσως θα ήταν προτιμότερο οι χώρες που ανήκουν στην Ευρωζώνη να εκπροσωπούνται ως ένα ενιαίο σύνολο στους G7 αλλά και στους G20. Με μια τέτοια εξέλιξη, χώρες όπως ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο ίσως να μην είχαν θέση σε ένα αντιπροσωπευτικό σε παγκόσμιο επίπεδο συμβούλιο των G7, ενώ παρουσία στους G7 θα «κέρδιζαν» χώρες οι οποίες εξελίσσονται σε μεγάλες δυνάμεις, όπως η Κίνα.
Υπάρχουν τρία συγκεκριμένα βήματα στα οποία η Ευρώπη θα πρέπει να προχωρήσει προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να προσαρμοστεί με μεγαλύτερη ευκολία στον ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο:
α) Εάν όλο και περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης αρχίσουν να συνεργάζονται εμπορικά με εταίρους εκτός της ζώνης του ευρώ, η πιθανότητα να εμφανιστούν μεγάλα μακροοικονομικά σοκ και κίνδυνοι στις διάφορες οικονομίες διευρύνονται και οι διάφορες χώρες της Ευρωζώνης θα βρεθούν σε διαφορετικά σημεία του οικονομικού κύκλου. Έτσι λοιπόν θα χρειαστούν κάποιοι μηχανισμοί που θα παρεμποδίσουν τον κίνδυνο αυτόν, όπως κάποιο είδος δημοσιονομικών μεταβιβάσεων (fiscal transfers) ή μακροοικονομικών μηχανισμών σταθεροποίησης σε συνδυασμό με σταθερή ενοποίηση και εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα (Sapir et al., 2013).
β) Εάν ο παραπάνω ισχυρισμός είναι σωστός, τότε η Ευρώπη χρειάζεται μία επιτάχυνση στις λύσεις για τη διαχείριση της κρίσης όπως είναι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας και η Τραπεζική Ένωση. Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να αναπτύξουν πολύ μεγαλύτερη ευελιξία για τη διαχείριση της κρίσης διότι αντιμετωπίζουν εσωτερικές και εσωτερικές ανακατατάξεις.
γ) Τέλος, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι μια ισχυρότερη και περισσότερο ευέλικτη Ευρώπη πρέπει να προσαρμοστεί στην ιδέα -ότι έστω και προσωρινά- θα χαρακτηρίζεται από μικρότερο βαθμό ομοιομορφίας (διαφορετικοί εμπορικοί εταίροι) από αυτόν που αναμενόταν όταν η Ευρωζώνη σχεδιαζόταν. Αυτό επανατοποθετεί και τη σχετική θέση όλων των χωρών που την απαρτίζουν. Αν έχουν λοιπόν σημαντικά ζητήματα ανοιχτά πολύ δυσκολότερα θα βρεθούν φιλικές λύσεις «Ευρωπαϊκού» χαρακτήρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Με ενδιαφέρει η άποψή σας