Translate

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

‘ΠΟΙΟΤΙΚΗ’ ΧΑΛΑΡΩΣΗ



Φαίνεται ότι η μακροχρόνια  ισορροπία της  ελληνικής οικονομίας θα χαρακτηρίζεται  από την υψηλή ανεργία και την περιορισμένη  παραγωγική δυναμικότητα. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται ιδιαίτερες οικονομικές γνώσεις για να κατανοήσει κανείς ότι όταν η βιομηχανική παραγωγή συρρικνώνεται και οι εξαγωγές μειώνονται μετά από τέτοιου μεγέθους εσωτερική υποτίμηση η αύξηση του τουρισμού δεν επαρκεί προκειμένου να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας.
Η στρατηγική αντιμετώπισης της κρίσης κινήθηκε σε τρείς άξονες. Τις μεταρρυθμίσεις στην οικονομία που υλοποιήθηκαν από την Ελληνική Κυβέρνηση, την νομισματική πολιτική που εφαρμόστηκε από την ΕΚΤ  και τέλος στην εφαρμογή ενός ευρωπαικού σχεδίου Μαρσαλ που σχεδιάστηκε από την Ευρωπαική Επιτροπή. 
Είναι γεγονός ότι η  υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων έχει επιφέρει περιορισμένα αποτελέσματα στην ελληνική ανταγωνιστικότητα, το ευρωπαικό σχέδιο Μάρσαλ ακόμα δεν το είδαμε και απ’ ότι φαίνεται δεν υπάρχει κάποια πρόθεση να χρηματοδοτηθεί ένα πλαίσιο δράσεω. Απέμεινε  η νομισματική πολιτική η οποία αποτυπώθηκε στην θρυλική πλέον έκφραση του Μ. Draghi  ‘whatever it takes.. ‘ Αυτή η πολιτική υποτίθεται ότι θα αναχαιτούσε την ευρωπαική και την ελληνική κρίση. Βέβαια  ξεχνούμε  ότι η παραπάνω  δήλωση  συνοδεύτηκε από την φράση  ‘….to save euro’  και έτσι απ’ ότι φαίνεται  η ΕΚΤ κατόρθωσε να υποστηρίξει άμεσα   το ευρώ αλλά φοβάμαι  ότι δεν πέτυχε να ενισχύσει  την ανάπτυξη του ευρωπαικού νότου. Επιπρόσθετα   τα τελευταία χρόνια βλέπουμε  τα βασικά επιτόκια να μειώνονται.  Ας σκεφτεί κανείς ότι από το 4,25% βασικό επιτόκιο το 2008 μετά την πρόσφατη μείωση τα πραγματικά επιτόκια καταθέσεων έγιναν αρνητικά εφόσον η ΕΚΤ μείωσε το επιτόκιό της στο  0,15 %. Τα αποτελέσματα στην ελληνική οικονομία είναι μηδενικά.   Το πρόβλημα είναι ότι δεδομένης της κατάστασης στον τραπεζικό τομέα τα θετικά αποτελέσματα της νομισματικής χαλάρωσης δεν φτάνουν στον ιδιωτικό τομέα τουναντίον παρατηρούμε  ενίσχυση του  αποπληθωρισμού  και περιορισμό της  νομισματικής και τραπεζικής επέκτασης.  Αρα  η νομισματική χαλάρωση από μόνη της δεν μπορεί να βοηθήσει την ελληνική οικονομία να βγεί από την κρίση.
Πιστεύω λοιπόν  ότι μάλλον μείναμε από σφαίρες για να αντιμετωπίσουμε την κρίση. Αν φτάσαμε  στο σημείο όπου τόσο η νομισματική όσο και η δημοσιονομική πολιτική έχουν περιορισμένα αποτελέσματα το σημαντικό ερώτημα που προκύπτει  είναι τι μπορεί να ακολουθήσει. Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρόβλημα της ελληνικής ύφεσης δεν αφορά μόνο την ανεργία και το ελληνικό βιοτικό επίπεδο. Μακροχρόνια θα αποτελέσει και ευρωπαικό πρόβλημα εφόσον θα συντελέσει στην αποσταθεροποίηση του χρέους. Στην ανάλυση ευαισθησίας των Darvas και Ηuttl (2014) (http://www.bruegel.org/publications/publication-detail/publication/830-the-long-haul-debt-sustainability-analysis/) γίνεται κατανοητό ότι αν δεν εκπληρωθεί το ηρωικό σενάριο της μέσης ανάπτυξης κατά 3,7% τότε η απόκλιση από τον στόχο χρέος προς ΑΕΠ =120% το 2020 μοιάζει όνειρο θερινής νυχτός.
Κατά την γνώμη μου το αναγκαίο συμπλήρωμα της ποσοτικής χαλάρωσης είναι η ποιοτική χαλάρωση. Με άλλα λόγια η νέα νομισματική κυκλοφορία να κατευθυνθεί μέσω της αγοράς περιουσιακών στοιχείων στον ιδιωτικό τομέα. Πιο συγκεκριμένα η ΕΚΤ θα μπορούσε να αγοράσει ομόλογα ή ακόμα και μετοχές ιδιωτικών επιχειρήσεων, θα μπορούσε επίσης να προβεί στην εξαγορά πακέτων ‘προβληματικών’  δανείων από τις ελληνικές τράπεζες, θα μπορούσε επίσης να αγοράσει ‘δείκτη’ του ελληνικού χρηματιστηρίου.  Με αυτό τον τρόπο παρακάπτονται  οι παραδοσιακοί δίαυλοι μετάδοσης των νομισματικών μέτρων  και κατευθύνεται η ευεργετική ποσοτική χαλάρωση κατευθείαν στον επιθυμητό στόχο.  Ενεργοποιείται το κύκλωμα αύξηση του πλούτου-διαθέσιμου εισοδήματος–καταναλωτικής δαπάνης–επένδυσης με όλα τα γνωστά ευεργετικά αποτελέσματα. Στην  πρόταση της ποιοτικής χαλάρωσης συγκλίνουν τόσο τα δημοσιονομικά όσο και τα νομισματικά μέσα και αντιμετωπίζεται τόσο ο αποπληθωρισμός όσο και η ύφεση.  Δεδομένης της παραγωγικής αργίας στην ελληνική οικονομία τα αποτελέσματα από την αύξηση του ‘πλούτου’ τόσο των επιχειρήσεων όσο και των ιδιωτών θα φανούν άμεσα στην ελληνική οικονομία και παράλληλα η ΕΚΤ απορροφά μέρους του ρίσκου.
Ο κίνδυνος της ιαπωνοποίησης  της ελληνικής οικονομίας είναι πλέον εμφανής.  Οι χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, η  μικρή ανταγωνιστικότητα και ο αποπληθωρισμός δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω πώς εξάγονται οι προβλέψεις για ανάπτυξη 3,7% τα επόμενα χρόνια όταν το σύνολο των βασικών δεικτών της παραγωγικής δυναμικότητας εμφανίζουν μια προβληματική εικόνα. Η Ελληνική Κυβέρνηση και κατ επέκταση η Ελληνική Διοίκηση παρουσιάζουν μια εγγενή αδυναμία ανάταξης της οικονομίας και απ’ ότι φαίνεται αυτό θα συνεχιστεί επί μακρόν. Αρα αυτό που απομένει είναι μια ουσιαστική ευρωπαϊκή πολιτική αντιμετώπιση της κρίσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Με ενδιαφέρει η άποψή σας