Translate

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Η ανάκαμψη δεν θα έρθει μόνη της (Realnews 22.5.2016)

Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης και η εκκίνηση της συζήτησης για το χρέος σηματοδοτεί και την έναρξη μιας νέας περιόδου με διαφορετικά δομικά χαρακτηριστικά από την προηγούμενη εξαετή περίοδο. Συνοπτικά θα μπορούσε κανείς να περιγράψει την προηγούμενη περίοδο ως την περίοδο της δημοσιονομικής σταθεροποίησης και της κρίσης χρέους.  Η νέα εποχή  θα πρέπει με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο να διαφοροποιηθεί από την προγενέστερη και κυρίως να διδαχθεί από τα σφάλματα του παρελθόντος.

Η μονοπαραμετρική διάσταση της πολιτικής  η οποία παγίδευσε τον δημόσιο διάλογο αλλά και την οικονομική πολιτική σε μια συνεχή αναζήτηση πόρων από την περικοπή δαπανών ή από την αύξηση των φόρων δεν μπορεί να μας οδηγήσει ούτε στην ανάπτυξη ούτε καν στην σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών. Και αυτό πλέον δεν αμφισβητείται ούτε από τους δανειστές. Επιπλέον το γεγονός ότι επιδιώκουμε μια νέα αναδιάρθρωση χρέους σημαίνει ότι οι προηγούμενες δύο ήταν ανεπιτυχής. Εκτός ότι το PSI άφησε ημιθανές το τραπεζικό σύστημα και τα ασφαλιστικά ταμεία (τα οποία ακόμα περιμένουν την υλοποίηση των υποσχέσεων για τα ανταποδοτικά αστικά ακίνητα) μετέτρεψε, με πολύ περιορισμένα ανταλλάγματα, το ελληνικό χρέος σε δημόσιο μειώνοντας τους βαθμούς ελευθερίας οποιονδήποτε νέων παρεμβάσεων. Σήμερα η αναδιάρθρωση του χρέους  αποτελεί πλέον περίπτωση μελέτης ανεπιτυχούς και πολύ ακριβής παρέμβασης  (βλέπε μεταξύ των άλλων Zettelmeyer J.,Trebesch C. and Gulati M.,2013:‘The Greek Debt Exchange An AutopsyTrinity College).


Σε μια χώρα που έχει ταλαιπωρηθεί από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της οικονομίας από τον δημόσιο τομέα είναι λογικό τα αντανακλαστικά να οδηγούν στην υπέρμετρη βαρύτητα των μεταρρυθμίσεων. Ετσι βαφτίσαμε μεταρρυθμίσεις ακόμα και τις περικοπές και τις απολύσεις. Αναμφισβήτητα χρειάζονται μεταρρυθμίσεις στην ελληνική οικονομία. Μόνο κατά την περίοδο 2010-2015 μέτρησαν 59 σχετικούς νόμους και περισσότερες από 150 πράξεις που σχετίζονταν με μεταρρυθμίσεις. Δυστυχώς όμως  οι οικονομίες δεν εξέρχονται από τέτοιου επιπέδου κρίσεις  (ανεργία και  αποπληθωρισμό) με μεταρρυθμίσεις. Η ιστορική πραγματικότητα μας διδάσκει (βλέπε C. Reinhart, K. Rogoff 2011, ‘This Time is Different, Princeton Un. Press) ότι είναι απαραίτητη η παρουσία ενός προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και παροχής ρευστότητας.  Η ένταξη της ελληνικής οικονομίας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, ο φθηνός δανεισμός των τραπεζών σε συνδυασμό με επενδυτικούς πόρους από την Ε.Ε. (πρόγραμμα Γιούνκερ, νέο ΕΣΠΑ, Ευρ. Τράπεζα Επενδύσεων) μπορούν να εξασφαλίσουν την σταθεροποίηση της κοινωνίας και της  οικονομίας.  Αμέσως μετά από την σταθεροποίηση και αφού μειωθεί ο κίνδυνος θα έρθει η ουσιαστική συμβολή στο ΑΕΠ  των ιδιωτικών επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων.

Αξιολογώντας κανείς τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών αντιλαμβάνεται πολύ γρήγορα ότι το παραγωγικό μοντέλο ελάχιστα έχει διαφοροποιηθεί σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Δύσκολο να γίνει πιστευτό ότι επαρκεί ο περιορισμός του δημόσιου τομέα και η εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος για να μας οδηγήσουν στην αύξηση των παραγωγής. Χρειάζεται κάτι παραπάνω που να σχετίζεται με την ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας συγκεκριμένων κλάδων και τομέων με υψηλή προστιθέμενη αξία. Τώρα πια τα ‘έργαλεία’ υπάρχουν και αν δεν επαρκούν μπορούν να δημιουργηθούν. Αναφέρομαι στον αναπτυξιακό νόμο, στην ενίσχυσης της εγχώρια παραγωγής, στην προστασία της εγχώριας παραγωγής και στην τεχνολογική αναβάθμιση. Αντιλαμβάνομαι τις ενστάσεις οι οποίες μπορούν να προέλθουν από την ΕΕ για παραβίαση του ανταγωνισμού κ.λ.π. Μια χώρα όμως η οποία  βρίσκεται στην δίνη μια πρωτόγνωρης ύφεσης μπορεί να διαπραγματευτεί ένα ειδικό βραχυχρόνιο πρόγραμμα.
Τα τελευταία χρόνια τα κύρια θέματα των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές-εταίρους αποτέλεσαν τα βασικά θέματα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η οξύτητα όμως των πολιτικών αντιπαραθέσεων και η μαξιμαλιστική κομματική προσέγγιση  απέτρεψε την δημιουργία μιας στοιχειώδης ατζέντας θεμάτων που θα μπορούσαν να έχουν συνέχεια και συνέπεια. Για παράδειγμα πώς είναι δυνατόν να διαπραγματευτείς μια συμφωνία για εξυπηρετήσιμο χρέος όταν το χαρακτηρίζεις διαρκώς ‘βιώσιμο’. Αυτή η επιλογή από μόνη της υπονομεύει ουσιαστικά την οποιαδήποτε συζήτηση για το χρέος. Δεδομένου ότι η διαδρομή μέχρι το τέλος της κρίσης δεν είναι μικρή και οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν χρειάζεται περισσότερο από ποτέ μια στοιχειώδη σύγκλιση και ελάχιστη πολιτική συναίνεση. Ετσι είναι σίγουρο ότι τα οφέλη των διαπραγματεύσεων θα μεγιστοποιηθούν.     


Το τέλος της κρίσης δεν είναι αυτονόητο, δεν επέρχεται ως αποτέλεσμα μιας μηχανιστικής διαδικασίας και δεν αποτέλεσε ποτέ στο παρελθόν αντικείμενο ενδιαφέροντος των δανειστών μιας χώρας.  Η εσωστρέφεια που αναπτύσσεται στις χώρες μέλη της EE και τα θεμελιώδη προβλήματα που ανακύπτουν στην ΟΝΕ κάνουν ακόμα πιο επιτακτική την απαίτηση για ένα εθνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση προκειμένου να δώσουμε  μόνοι μας τις λύσεις σ’ αυτή την εθνική περιπέτεια. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Με ενδιαφέρει η άποψή σας