Σελίδες

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΝΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΝΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Η ΟΝΕ δεν είναι μόνο ΕΣΠΑ



Ισως να μην είχε γίνει αντιληπτό από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της ΟΝΕ έγινε όμως πρόσφατα. Η νομισματική ένωση δεν είναι μόνο λαβείν αλλά είναι και δούναι. Φαίνεται ότι δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει και για κάποιους λόγους που ανάγονται πίσω στην δεκαετία του 1980 έχουμε συνδέσει την Ε.Ε. αποκλειστικά και μόνο με διεκδικήσεις. Όταν δυσκόλεψαν τα πράγματα για την ελληνική οικονομία μετά το 2008  άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι η παρεχόμενη βοήθεια διατελεί υπό το καθεστώς προϋποθέσεων. Στην συνέχεια έγινε πιο πιεστική η ανάγκη συμβατότητας της ελληνικής οικονομικής-πολιτικής δραστηριότητας με ένα ευρωπαϊκό γραφειοκρατικό ‘βαρύ’ πλαίσιο που δεν άφηνε περιθώρια ελιγμών. Ετσι προέκυψε το δούναι που κατευθύνετε πλέον από την ελληνική πλευρά προς την Ε.Ε. Το δούναι στην ελληνική περίπτωση έχει να κάνει με την συμμόρφωση με τις κοινές πολιτικές και την ελαχιστοποίηση των περιθωρίων άσκησης διαφοροποιημένης πολιτικής.

Όταν λοιπόν οικοδομεί η Ε.Ε.  δομές που θα της εξασφαλίζουν την ενιαία εξωτερική πολιτική δίνοντας έτσι μια απάντηση σε ένα αίτημα πολλών δεκαετιών δεν επιτρέπονται  πολλά περιθώρια διαφοροποιήσεων. ΟΝΕ σημαίνει και ενιαία πολιτική στο θέμα της Κριμαίας και της Ουκρανίας. Οταν το ελληνικό διεκδικητικό πλαίσιο τοποθετεί την τουρκική εισβολή στην Κύπρο ως το κύριο πρόταγμα της εξωτερικής πολιτικής δεν μπορεί να θεωρείται ‘απελευθερωτικός’ ο  πόλεμος στην Κριμαία.  Στο ίδιο περίπου  πλαίσιο όταν μας εξηγούσαν ότι το ευρώ επρόκειτο να αποτελέσει ένα σκληρό νόμισμα τότε θεωρούσαμε ότι αυτή η συζήτηση δεν μας αφορά. Χρειάστηκε να έρθει η κρίση για να καταλάβουμε ότι σκληρό νόμισμα σημαίνει και σκληρή νομισματική και δημοσιονομική πολιτική.



Οταν λοιπόν το ισοζύγιο μεταξύ δούναι και λαβείν με την ΟΝΕ αρχίζει και γίνεται αρνητικό τότε ξεθωριάζει το ευρωπαϊκό ιδεώδες. Παραμένει βέβαια πολύ ισχυρή η υποστήριξη του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Χώρας και της συμμετοχής μας στην ΟΝΕ. Ωστόσο αυτή η υποστήριξη συνοδεύεται με την προϋπόθεση  ότι κάποια στιγμή θα ξανανοίξουν οι πύλες των χρηματοδοτήσεων και όλα αυτά που ζούμε θα αποτελούν ένα κακό όνειρο.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

Αδιέξοδα, Διλήμματα και ο Μονομερής Συμβιβασμός


Ειναι πλέον απ’ όλους αποδεκτό, φίλους και επικριτές της ΟΝΕ, ότι η κρίση του 2009 αποτέλεσε μια δοκιμασία για την δυνατότητα της Ε.Ε. να αντιμετωπίσει ουσιαστικά τα προβλήματα της.  Κατά την γνώμη μου η κρίση διογκώθηκε από την αδυναμία των ευρωπαϊκών θεσμών να αντιμετωπίσουν κάτι διαφορετικό από τον μέσο όρο αλλά και να αντιμετωπίσουν τις μακροοικονομικές αποκλίσεις. Ενώ λοιπόν μέχρι το 2008 η ΟΝΕ  στηρίζονταν στις συγκλήσεις των οικονομιών (και αναφέρομαι σε όλα τα μακροοικονομικά μεγέθη)   ξαφνικά προέκυψε η ανάγκη να εφαρμοστούν πολιτικές που απαιτούνταν από τις   ιδιαίτερες περιπτώσεις όπως της Ελλάδας, της Ισπανίας της Πορτογαλίας αλλά και της Γαλλίας. Σε πολλές περιπτώσεις τα αδιέξοδα ξεπεράστηκαν με αμοιβαίες υποχωρήσεις στην ελληνική περίπτωση τα πράγματα δεν φαίνεται να λειτουργούν κατ αυτό τον τρόπο.
Στην ελληνική περίπτωση αυτά τα αδιέξοδα επιβάλλουν από την μεριά της Ε.Ε. ad hoc προσεγγίσεις και αποφάσεις που πολλές φορές αποτελούν πλήγμα στις καταστατικές αρχές της ΟΝΕ ενώ από την άλλη, την ελληνική πλευρά,  η εξασφάλιση της συμμετοχής της Χώρας στην ΟΝΕ επιβάλλει τον άμεσο συμβιβασμό.  
Αναφέρονται χαρακτηριστικά ορισμένα παράδειγμα που θα υποχρεώσουν την ελληνική πλευρά να αντιμετωπίσει το παραπάνω δίλημμα.  Αν παραδεχθούμε δημόσια ότι το χρέος είναι μη βιώσιμο τότε ακυρώνεται η δυνατότητα της ΕΚΤ να βοηθάει τις ελληνικές τράπεζες (μέσω του ELA) και άρα θα υπάρξει ουσιαστικό πρόβλημα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Η έλλειψη πρόνοιας  των ευρωπαϊκών θεσμών και της Συνθήκης του Μααστριχτ να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις οδήγησε  το 2010 να διαμορφωθεί το πρόγραμμα διάσωσης για την ελληνική οικονομία  από διμερής διακρατικές  συμφωνίες οι οποίες κυρώθηκαν από τα αντίστοιχα κοινοβούλια. Η ανυπαρξία ενός ευρωπαικού νομισματικού ταμείου οδήγησε τις χώρες μέλη της ΟΝΕ να δανειοδοτήσουν την Ελλάδα με 52 δις μέσω του Greek Loan Facility.  Σ αυτά τα προγράμματα  η χρηματοδοτική βοήθεια και το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων αποτελούν ενιαία δυάδα αδιαίρετη και ομοούσια. Πέντε χρόνια μετά η ελληνική πλευρά ζητά την αποδέσμευση του προγράμματος από την χρηματοδοτική βοήθεια. Ενώ στα πλαίσια μια οικονομικής ένωσης αυτό το επιχείρημα είναι κατανοητό δυστυχώς μοιάζει αδιανόητο για τους ευρωπαίους εταίρους. Ετσι η συνέχιση  του προγράμματος στηρίχθηκε στις αξιολογήσεις. Αρα η συνέχιση της κάλυψης των ελληνικών τοκοχρεωλυσίων προϋποθέτει αξιολόγηση από τους θεσμούς. Από την άλλη μεριά η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι έχει πετύχει την αποσύνδεση των δύο.
Στην συνέχεια πρέπει να αναφερθεί ότι η ελληνική οικονομία παρουσιάζει δυο χρόνια τώρα την χειρότερη νόσο που θα μπορούσε να έχει μια οικονομία. Βρίσκεται παγιδευμένη σε ένα μεγάλο αποπληθωρισμό και υψηλά πραγματικά επιτόκια. Από την άλλη πλευρά γίνεται αντιληπτό ότι  η ΕΚΤ δεν μπορεί να διαμορφώσει μια αποκλειστική νομισματική πολιτική για την Ελλάδα η οποία συμμετέχει με 1,5% του ΑΕΠ στην διαμόρφωση του ευρωπαικού προϊόντος. Ετσι η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται παγιδευμένη στο σπιράλ της ύφεσης και του αποπληθωρισμού. Ακόμα και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης έχει σχεδιαστεί για αγορά ομολόγων τα οποία έχουν μια ικανοποιητική ταξινόμηση και αξιολόγηση. Επομένως εξαιρούνται τα ελληνικά ομόλογα.

 Το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει είναι με ποιό τρόπο  όλα τα παραπάνω επηρεάζουν την σχέση της Ελλάδας με την ΟΝΕ αλλά και την σταθερότητα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων των τελευταίων ημερών κάνουν το δίλημμα ξεκάθαρο. Δεδομένης της ανυπαρξίας ενός θεσμοθετημένου πλαισίου αντιμετώπισης οικονομικών κρίσεων η Ε.Ε. απαιτεί ή την συμμόρφωση της Ελληνικής Κυβέρνησης σύμφωνα με τις μονομερής αποφάσεις ή την περιθωριοποίηση εντός της ΟΝΕ. 

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Ευρωπαϊκή Σύγκλιση ή Ευρωπαϊκή Απόκλιση


Δεν γνωρίζω με ποιο τρόπο αντιλαμβάνεται κανείς την σύγκλιση των οικονομιών στα πλαίσια μιας νομισματικής ένωσης αλλά ο θεμελιωτής αυτής της ιδέας ο νομπελίστας καθηγητής οικονομικών R. Mundel (Βραβείο Νobel 1969) και η μεταγενέστερη οικονομική βιβλιογραφία παραπέμπουν σε συγκεκριμένες αρχές και τρόπους.  Πρέπει να αναφερθεί ότι το θέμα της ολοκλήρωσης και της σύγκλισης της κάθε οικονομίας που συμμετέχει στην ΟΝΕ εκτός από ένα πολιτικό και οικονομικό τοτέμ της τελευταίας δεκαετίας έχει και πολύ σημαντικές οικονομικές διαστάσεις και επιπτώσεις. Η απάντηση στο ερώτημα αν η κοινή πολιτική στον χώρο των δημόσιων οικονομικών, των νομισματικών πολιτικών και καθορισμού του επιτοκίου, της κοινής συναλλαγματικής πολιτικής έχει μεγαλύτερο όφελος ή ζημία για κάθε χώρα μέλος  παραπέμπει κατ’ αρχήν στην ικανοποίηση κάποιων συνθηκών. Χρειάζεται άλλη μια φορά να απαριθμήσουμε τα οφέλη από την ΟΝΕ. Διευκόλυνση του διακρατικού εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών χωρίς συναλλαγματικό κίνδυνο και κόστος συναλλαγής, συγκρίσιμες τιμές μεταξύ χωρών, ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών, αποφυγή ανταγωνιστικών υποτιμήσεων, μεγαλύτερη αξιοπιστία της εφαρμογής της νομισματικής πολιτικής, μηδενισμός του εισαγόμενου πληθωρισμού, περισσότερες επενδύσεις. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία κάποιες προϋποθέσεις δεν ικανοποιούνται τότε από την συμμετοχή στην ΟΝΕ προκύπτει ένα μεγάλο κόστος και τα προαναφερόμενα οφέλη μειώνονται ή εκμηδενίζονται. Αυτό το κόστος με την σειρά του τροφοδοτεί τον προβληματισμό για την αποτελεσματικότητα των κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση της μεμονωμένης οικονομίας από το ευρωπαϊκό μέσο όρο τόσο μικρότερα είναι τα οφέλη από τις κοινές πολιτικές και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί  το κόστος να απεικονίζεται στην ανταγωνιστικότητα, στο εξωτερικό ισοζύγιο και τέλος στην ανάπτυξη.

Το διάστημα από την συμμετοχή της χώρας μας στην ΟΝΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητικό για να ελέγξει κανείς την ικανοποίηση αυτών προϋποθέσεων. Μετά όμως  από δέκα χρόνια μπορούμε να εξετάσουμε τον βαθμό σύγκλισης σε μια σειρά μακροοικονομικών επιδόσεων οι οποίες χρησιμοποιούνται για την απεικόνιση του βαθμού σύγκλισης και να καταλήξουμε σε χρήσιμα συμπεράσματα.

Συγκεκριμένα, εξετάζοντας τις πληθωριστικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με αυτές των ευρωπαϊκών μας εταίρων βλέπουμε ότι υπάρχει μια μόνιμη απόκλιση η οποία μάλιστα διευρύνεται. Έτσι το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι και το 2011 η σωρευτική απόκλιση του ελληνικού πληθωρισμού σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών της  ΟΝΕ ξεπέρασε στο 40%.  H απόκλιση αυτή μερικώς δικαιολογείται από τους διαφορετικούς  ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο αλλά τα κύρια αίτια πρέπει να αναζητηθούν στους διαφορετικούς ρυθμούς παραγωγικότητας, ιδιαίτερα στους τομείς των υπηρεσιών καθώς επίσης και στις λειτουργίες των αγορών 

Ένα άλλο μέτρο της ολοκλήρωσης αναφέρεται στην εμπορική σύγκλιση με την σταδιακή  αύξηση του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Η οικονομική σύγκλιση προάγεται όταν σταδιακά το ενδοκοινοτικό εξωτερικό εμπόριο καταλαμβάνει μεγαλύτερη θέση σε σχέση με αυτό των υπόλοιπων χωρών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ το έτος  2000 το σύνολο των εισαγωγών από την Ε.Ε αντιπροσώπευε το 55% των συνολικών ελληνικών εισαγωγών ενώ το 2011 το αντίστοιχο ποσοστό ανήρχετο στο 53%. Αντίστοιχα  στις εξαγωγές το 2000 οι ενδοκοινοτικές ανήλθαν στο ποσοστό του 62% ενώ το 2006 το 54%. Και στις δύο περιπτώσεις βλέπουμε μια υποχώρηση των εμπορικών συναλλαγών με τους ευρωπαϊκούς εταίρους. 

Η αγορά εργασίας αποτελεί μια άλλη πτυχή της διαδικασίας σύγκλισης. Εδώ πολλά θα μπορούσαν να αναφερθούν μια και η αγορά εργασίας αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα του ευρωπαϊκού οράματος. Διαφοροποιήσεις που συνδέονται με γλωσσικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές ακόμα και εθνικές πτυχές του κάθε εργαζομένου κάνουν εξαιρετικά δύσκολη την μετακίνησή του εντός της Ε.Ε. και την απαιτούμενη ευελιξία. Η πρόοδος όμως της οικονομικής ολοκλήρωσης προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, και σύγκλιση των πραγματικών μισθών. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία της ΕΚΤ η συσσωρευμένη απόκλιση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στην Ελλάδα το εξεταζόμενο διάστημα  σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης είναι περίπου 15%.

Στη συνέχεια σε όλη αυτή τη συζήτηση κυρίαρχη θέση κατέχει ο τρόπος αντίδρασης της χώρας μέλος σε κάποια ενιαία εξωτερική διαταραχή. Ιδιαίτερα αν αυτή η διαταραχή προέρχεται από τον τομέα της προσφοράς. Ας ξεπεράσουμε το θέμα της κρίσης χρέους της ευρωζώνης και ας αναλύσουμε κάτι εξαιρετικά πιο απλό. Η  άνοδος των τιμών του πετρελαίου έχει όλα τα χαρακτηριστικά εκείνα που της επιτρέπουν να χαρακτηριστεί ως μια εξωτερική κρίση. Ο τρόπος  αντίδρασης της κάθε οικονομίας σ’αυτή την κρίση μπορεί να μας δώσει χρήσιμες πληροφορίες για την πορεία σύγκλισης. Από τον Ιούνιο του 2007 όταν η τιμή του πετρελαίου ξεπέρασε τα 70 δολάρια το βαρέλι μέχρι σήμερα η άνοδος αυτή έχει πληθωριστικές επιπτώσεις στις οικονομίες της ΟΝΕ. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση προϋποθέτει παρεμφερείς επιπτώσεις εφόσον και ο τρόπος αντιμετώπισής τους θα είναι ενιαίος. Το μέτρο που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της σύγκλισης σ’ αυτή την περίπτωση είναι η τυπική απόκλιση των πληθωρισμών των χωρών μελών. Η τυπική απόκλιση των χωρών της Ο.Ν.Ε. τον Ιούνιο ανήλθε στο 0,53 ενώ τον Νοέμβριο του 2007 η τυπική απόκλιση ήταν 0,72. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει όμως το γεγονός ότι τον Ιούνιο του 2007 η διαφορά του ελληνικού πληθωρισμού σε σχέση με τον μέσο της Ε.Ε. ήταν 0,66 εκατοστιαίες μονάδες. Η ίδια διαφορά τον Δεκέμβριο του 2007 ανήλθε στην μια μονάδα περίπου και από τότε παραμένει σ αυτά τα επίπεδα.  Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι το πετρελαϊκό σοκ προκαλεί ασύμμετρες επιπτώσεις τόσο στις ευρωπαϊκές οικονομίες όσο και στην ελληνική οικονομία.


Είναι βέβαιο ότι για την τεκμηρίωση του επιχειρήματος της σύγκλισης ή της απόκλισης απαιτείται μια εμπεριστατωμένη στατιστική και οικονομετρική ανάλυση και βέβαια στατιστικά στοιχεία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Τα παραπάνω επιχειρήματα όμως μπορούν κατ’ αρχήν να στηρίξουν μια επιχειρηματολογία σχετικής απόκλισης της ελληνικής οικονομίας. Το γεγονός αυτό δεν είναι κατ’ανάγκη μεμπτό όταν η ελληνική οικονομία βρίσκει τρόπους με τους οποίους μπορεί να αμβλύνει το κόστος από την εφαρμογή των ενιαίων οικονομικών πολιτικών.  Αυτό όμως που είναι μεμπτό είναι να συνεχίζουμε να πιστεύουμε σαν κοινωνία ότι η διαδικασία απόκλισης ενός κράτους μέλους της ΟΝΕ είναι χωρίς κόστος. Προκειμένου να μην επιβεβαιωθούν  αυτοί που ισχυρίζονται ότι τo ευρώ μείωσε  βαθμούς ελευθερίας της οικονομικής πολιτικής χωρίς να προσθέσει τίποτα στην ανταγωνιστικότητα  και στις δομικές αλλαγές της οικονομίας  η πρόοδος των μεταρρυθμίσεων και η απελευθέρωση της λειτουργίας των αγορών αποτελούν μονόδρομο.
 

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Mετά το δημοψήφισμα

Όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα εκτιμώ ότι οποιοδήποτε και να είναι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος το σενάριο της χρεοκοπίας φαντάζει αναπόφευκτο.
Οι αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου ακυρώνονται ουσιαστικά στην πράξη. Είναι λογικό τόσο οι τράπεζες όσο και οι Χώρες μέλη της ΟΝΕ θα αρνηθούν να συμμετάσχουν και να συνεισφέρουν σε ένα σχέδιο που μπορεί και να μην επικυρωθεί από τον ελληνικό λαό. Ακόμα και αν επικυρωθεί η δανειακή συμφωνία του Οκτωβρίου στα μέσα Ιανουαρίου η αναβολή της εφαρμογής θα έχει προκαλέσει την ουσιαστική ακύρωσή της. Για νέα συμφωνία ούτε λόγος. Το πλήγμα αξιοπιστίας που δέχτηκε η ελληνική οικονομία με την απόφαση του δημοψηφίσματος πιστεύω ότι θα απομακρύνει αρκετά την εύρεση κάποιας λύσης για το χρέος. Τα αδιέξοδα της κρίσης του χρέους της Ελλάδος πολλαπλασιάζονται και πληθαίνουν. Δημιουργείται όμως μεγάλος προβληματισμός πλέον για την συμμετοχή της Ελλάδος στην ΟΝΕ. Πλέον είναι αρκετά δύσκολο να απασχολήσουμε πάλι την ΟΝΕ με το ελληνικό χρέος και να διαμορφώσουμε πολιτικές για την αντιμετώπιση των ελληνικών οικονομικών προβλημάτων. Πιστεύω ότι το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα την Ευρώπη θα την απασχολήσει το τεράστιο πρόβλημα που λέγεται Ιταλία και ιταλικό χρέος που ανέρχεται σε 1,8 τρις ευρώ. Δεν θα υπάρξει χρόνος πλέον για το ελληνικό χρέος.

Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

ΟΝΕ.. Ραντεβού τον Σεπτέμβρη

Ως πότε η Ευρώπη και η ΟΝΕ θα παραμένει απλός θεατής των οικονομικών εξελίξεων; Για περισσότερο από ένα χρόνο τώρα συζητά, διαβουλεύεται, συσκέπτεται αλλά δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει ουσιαστικές δομές και μηχανισμούς αντιμετώπισης της κρίσης χρέους. Οι πρωτοβουλίες που έχουν ληφθεί μέχρι τώρα για την αντιμετώπιση της κρίσης έχουν ουσιαστικά την γερμανική σφραγίδα. Αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ευρωπαϊκή συνοχή δεν βρίσκεται (όπως πιστεύαμε) στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού αλλά εντός της Ε.Ε. και έχει να κάνει με την αδυναμία λήψης αποφάσεων.  Ακόμα σήμερα που κρίση χρέους απειλεί την Ιταλία και την Ισπανία οι μηχανισμοί της ΟΝΕ αναβάλλουν τις αποφάσεις τους για τον Σεπτέμβρη. Δεν ξέρω αν τον Σεπτέμβρη θα είναι αργά για την αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους για την ευρωζώνη αλλά σίγουρα θα είναι αργά για την ευρωπαϊκή συνοχή.