Σελίδες

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Ευρωπαϊκή Σύγκλιση ή Ευρωπαϊκή Απόκλιση


Δεν γνωρίζω με ποιο τρόπο αντιλαμβάνεται κανείς την σύγκλιση των οικονομιών στα πλαίσια μιας νομισματικής ένωσης αλλά ο θεμελιωτής αυτής της ιδέας ο νομπελίστας καθηγητής οικονομικών R. Mundel (Βραβείο Νobel 1969) και η μεταγενέστερη οικονομική βιβλιογραφία παραπέμπουν σε συγκεκριμένες αρχές και τρόπους.  Πρέπει να αναφερθεί ότι το θέμα της ολοκλήρωσης και της σύγκλισης της κάθε οικονομίας που συμμετέχει στην ΟΝΕ εκτός από ένα πολιτικό και οικονομικό τοτέμ της τελευταίας δεκαετίας έχει και πολύ σημαντικές οικονομικές διαστάσεις και επιπτώσεις. Η απάντηση στο ερώτημα αν η κοινή πολιτική στον χώρο των δημόσιων οικονομικών, των νομισματικών πολιτικών και καθορισμού του επιτοκίου, της κοινής συναλλαγματικής πολιτικής έχει μεγαλύτερο όφελος ή ζημία για κάθε χώρα μέλος  παραπέμπει κατ’ αρχήν στην ικανοποίηση κάποιων συνθηκών. Χρειάζεται άλλη μια φορά να απαριθμήσουμε τα οφέλη από την ΟΝΕ. Διευκόλυνση του διακρατικού εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών χωρίς συναλλαγματικό κίνδυνο και κόστος συναλλαγής, συγκρίσιμες τιμές μεταξύ χωρών, ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών, αποφυγή ανταγωνιστικών υποτιμήσεων, μεγαλύτερη αξιοπιστία της εφαρμογής της νομισματικής πολιτικής, μηδενισμός του εισαγόμενου πληθωρισμού, περισσότερες επενδύσεις. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία κάποιες προϋποθέσεις δεν ικανοποιούνται τότε από την συμμετοχή στην ΟΝΕ προκύπτει ένα μεγάλο κόστος και τα προαναφερόμενα οφέλη μειώνονται ή εκμηδενίζονται. Αυτό το κόστος με την σειρά του τροφοδοτεί τον προβληματισμό για την αποτελεσματικότητα των κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση της μεμονωμένης οικονομίας από το ευρωπαϊκό μέσο όρο τόσο μικρότερα είναι τα οφέλη από τις κοινές πολιτικές και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί  το κόστος να απεικονίζεται στην ανταγωνιστικότητα, στο εξωτερικό ισοζύγιο και τέλος στην ανάπτυξη.

Το διάστημα από την συμμετοχή της χώρας μας στην ΟΝΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητικό για να ελέγξει κανείς την ικανοποίηση αυτών προϋποθέσεων. Μετά όμως  από δέκα χρόνια μπορούμε να εξετάσουμε τον βαθμό σύγκλισης σε μια σειρά μακροοικονομικών επιδόσεων οι οποίες χρησιμοποιούνται για την απεικόνιση του βαθμού σύγκλισης και να καταλήξουμε σε χρήσιμα συμπεράσματα.

Συγκεκριμένα, εξετάζοντας τις πληθωριστικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με αυτές των ευρωπαϊκών μας εταίρων βλέπουμε ότι υπάρχει μια μόνιμη απόκλιση η οποία μάλιστα διευρύνεται. Έτσι το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι και το 2011 η σωρευτική απόκλιση του ελληνικού πληθωρισμού σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών της  ΟΝΕ ξεπέρασε στο 40%.  H απόκλιση αυτή μερικώς δικαιολογείται από τους διαφορετικούς  ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο αλλά τα κύρια αίτια πρέπει να αναζητηθούν στους διαφορετικούς ρυθμούς παραγωγικότητας, ιδιαίτερα στους τομείς των υπηρεσιών καθώς επίσης και στις λειτουργίες των αγορών 

Ένα άλλο μέτρο της ολοκλήρωσης αναφέρεται στην εμπορική σύγκλιση με την σταδιακή  αύξηση του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Η οικονομική σύγκλιση προάγεται όταν σταδιακά το ενδοκοινοτικό εξωτερικό εμπόριο καταλαμβάνει μεγαλύτερη θέση σε σχέση με αυτό των υπόλοιπων χωρών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ το έτος  2000 το σύνολο των εισαγωγών από την Ε.Ε αντιπροσώπευε το 55% των συνολικών ελληνικών εισαγωγών ενώ το 2011 το αντίστοιχο ποσοστό ανήρχετο στο 53%. Αντίστοιχα  στις εξαγωγές το 2000 οι ενδοκοινοτικές ανήλθαν στο ποσοστό του 62% ενώ το 2006 το 54%. Και στις δύο περιπτώσεις βλέπουμε μια υποχώρηση των εμπορικών συναλλαγών με τους ευρωπαϊκούς εταίρους. 

Η αγορά εργασίας αποτελεί μια άλλη πτυχή της διαδικασίας σύγκλισης. Εδώ πολλά θα μπορούσαν να αναφερθούν μια και η αγορά εργασίας αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα του ευρωπαϊκού οράματος. Διαφοροποιήσεις που συνδέονται με γλωσσικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές ακόμα και εθνικές πτυχές του κάθε εργαζομένου κάνουν εξαιρετικά δύσκολη την μετακίνησή του εντός της Ε.Ε. και την απαιτούμενη ευελιξία. Η πρόοδος όμως της οικονομικής ολοκλήρωσης προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, και σύγκλιση των πραγματικών μισθών. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία της ΕΚΤ η συσσωρευμένη απόκλιση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στην Ελλάδα το εξεταζόμενο διάστημα  σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης είναι περίπου 15%.

Στη συνέχεια σε όλη αυτή τη συζήτηση κυρίαρχη θέση κατέχει ο τρόπος αντίδρασης της χώρας μέλος σε κάποια ενιαία εξωτερική διαταραχή. Ιδιαίτερα αν αυτή η διαταραχή προέρχεται από τον τομέα της προσφοράς. Ας ξεπεράσουμε το θέμα της κρίσης χρέους της ευρωζώνης και ας αναλύσουμε κάτι εξαιρετικά πιο απλό. Η  άνοδος των τιμών του πετρελαίου έχει όλα τα χαρακτηριστικά εκείνα που της επιτρέπουν να χαρακτηριστεί ως μια εξωτερική κρίση. Ο τρόπος  αντίδρασης της κάθε οικονομίας σ’αυτή την κρίση μπορεί να μας δώσει χρήσιμες πληροφορίες για την πορεία σύγκλισης. Από τον Ιούνιο του 2007 όταν η τιμή του πετρελαίου ξεπέρασε τα 70 δολάρια το βαρέλι μέχρι σήμερα η άνοδος αυτή έχει πληθωριστικές επιπτώσεις στις οικονομίες της ΟΝΕ. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση προϋποθέτει παρεμφερείς επιπτώσεις εφόσον και ο τρόπος αντιμετώπισής τους θα είναι ενιαίος. Το μέτρο που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της σύγκλισης σ’ αυτή την περίπτωση είναι η τυπική απόκλιση των πληθωρισμών των χωρών μελών. Η τυπική απόκλιση των χωρών της Ο.Ν.Ε. τον Ιούνιο ανήλθε στο 0,53 ενώ τον Νοέμβριο του 2007 η τυπική απόκλιση ήταν 0,72. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει όμως το γεγονός ότι τον Ιούνιο του 2007 η διαφορά του ελληνικού πληθωρισμού σε σχέση με τον μέσο της Ε.Ε. ήταν 0,66 εκατοστιαίες μονάδες. Η ίδια διαφορά τον Δεκέμβριο του 2007 ανήλθε στην μια μονάδα περίπου και από τότε παραμένει σ αυτά τα επίπεδα.  Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι το πετρελαϊκό σοκ προκαλεί ασύμμετρες επιπτώσεις τόσο στις ευρωπαϊκές οικονομίες όσο και στην ελληνική οικονομία.


Είναι βέβαιο ότι για την τεκμηρίωση του επιχειρήματος της σύγκλισης ή της απόκλισης απαιτείται μια εμπεριστατωμένη στατιστική και οικονομετρική ανάλυση και βέβαια στατιστικά στοιχεία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Τα παραπάνω επιχειρήματα όμως μπορούν κατ’ αρχήν να στηρίξουν μια επιχειρηματολογία σχετικής απόκλισης της ελληνικής οικονομίας. Το γεγονός αυτό δεν είναι κατ’ανάγκη μεμπτό όταν η ελληνική οικονομία βρίσκει τρόπους με τους οποίους μπορεί να αμβλύνει το κόστος από την εφαρμογή των ενιαίων οικονομικών πολιτικών.  Αυτό όμως που είναι μεμπτό είναι να συνεχίζουμε να πιστεύουμε σαν κοινωνία ότι η διαδικασία απόκλισης ενός κράτους μέλους της ΟΝΕ είναι χωρίς κόστος. Προκειμένου να μην επιβεβαιωθούν  αυτοί που ισχυρίζονται ότι τo ευρώ μείωσε  βαθμούς ελευθερίας της οικονομικής πολιτικής χωρίς να προσθέσει τίποτα στην ανταγωνιστικότητα  και στις δομικές αλλαγές της οικονομίας  η πρόοδος των μεταρρυθμίσεων και η απελευθέρωση της λειτουργίας των αγορών αποτελούν μονόδρομο.
 

Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

Η Εικονα της Ελληνικής Οικονομίας (Με Γιάννη Πραγγίδη Λέκτορα σε ΔΠΘ)


Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου τους τελευταίους μήνες. Το ζητούμενο είναι η ανάπτυξη μέσα από τις πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα. Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας δείχνει τις δυσκολίες του δρόμου της ανάκαμψης καθώς προστάζει την αλλαγή του μοντέλου παραγωγής όχι μόνο μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα αλλά και μεταξύ αγαθών και υπηρεσιών.
Διάφορα στατιστικά στοιχεία τα οποία παρουσιάζονται παρακάτω είναι ενδεικτικά αυτής της κατάστασης. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική αύξηση των καταναλωτικών δαπανών σε σύγκριση με το μέσο όρο των υπολοίπων χωρών της Ε.Ε- 17, ενώ μετά το 2009 και την υιοθέτηση των μέτρων λιτότητας, η μεταβολή της κατανάλωσης κινείται σε αρνητικό έδαφος.

Μεταβολή Ιδιωτικής κατανάλωσης


Παράλληλα, η αύξηση της βιομηχανικής της παραγωγής είναι χαμηλότερη του μέσου όρου των υπολοίπων χωρών της Ε.Ε -17-, εκτός από ορισμένες μικρές περιόδους, δείχνοντας την έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού μιας ενιαίας οικονομικής πολιτικής. Από το 2009 και έπειτα παρουσιάζεται κατάρρευση της βιομηχανικής παραγωγής επιτείνοντας ακόμη περισσότερο την
ύφεση στην ελληνική οικονομία.





                                            Mεταβολή βιομηχανικής Παραγωγής
Η διαφορά αυτή καλύφθηκε επιβαρύνοντας το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών τροφοδοτώντας το δημόσιο χρέος. Το πρόβλημα όμως δε σταματάει εδώ. Το ίδιο χρονικό διάστημα διογκώθηκε ο δημόσιος τομέας αλλά και ο τομέας των υπηρεσιών. Έτσι, σύμφωνα με την ΤτΕ, ο τριτογενής τομέας παραγωγής συμμετέχει την περίοδο 2004-2008, κατά 67% στον σχηματισμό του Α.Ε.Π έναντι 63% στη ζώνη του ευρώ. Χώρες οι οποίες παρουσιάζουν υψηλή ανάπτυξη, όπως η Ελλάδα εξαιτίας της νομισματικής επέκτασης των προηγούμενων ετών, εμφανίζουν να έχουν υψηλότερες τιμές σε μη διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά όπως είναι οι υπηρεσίες (φαινόμενο Balassa- Samuelson), το γεγονός αυτό οδηγεί σε ανακατανομή των παραγωγικών συντελεστών υπέρ των υπηρεσιών και αύξηση της ζήτησης για αγαθά επιβαρύνοντας με αυτόν τον τρόπο περεταίρω το ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών. Οι υπηρεσίες εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο ανάγκες καταναλωτών και όχι ενδιάμεσες υπηρεσίες για την αποτελεσματικότερη παραγωγή άλλων τελικών αγαθών. Μεγάλο μέρος ικανού παραγωγικού δυναμικού στράφηκε στην ικανοποίηση των καταναλωτικών αναγκών οι οποίες προέκυπταν από την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Οι υπηρεσίες αυτές κατά κύριο λόγο είναι χαμηλής προστιθέμενης αξίας
Στον τομέα του κόστους παραγωγής η Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική απόκλιση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. Το κόστος του συντελεστή εργασία αυξάνει σημαντικά περισσότερο με την αύξηση της παραγωγικότητας να μην κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα. Αυτό οδηγεί σε αύξηση σε αύξηση του πληθωρισμού καθιστώντας λιγότερο ανταγωνιστική την ελληνική οικονομία.
Κόστος εργασίας ανά μονάδα εργασίας.


 Δείκτης Τιμών Καταναλωτή

Όπως αποκαλύπτεται από τα παραπάνω, η Ελλάδα προκειμένου να βρεθεί ξανά στο δρόμο της ανάπτυξης θα πρέπει να κινηθεί προς δύο κατευθύνσεις, στη μείωση τοη δημόσιου τομέα αλλά και στην ανακατανομή των παραγωγικών συντελεστών υπέρ της παραγωγής αγαθών. Η μείωση του δημόσιου τομέα θα άρει τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα, ενώ παράλληλα θα απελευθερώσει πόρους για την στήριξη του ιδιωτικού τομέα. Από την άλλη πλευρά, είναι απαραίτητη η ανάπτυξη μιας κλαδικής οικονομικής πολιτικής δίνοντας προτεραιότητα στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών τα οποία βελτιώνουν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και μειώνουν την εκροή κεφαλαίων στο εξωτερικό.

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Το σύνδρομο του κακού μαθητή και η έξοδος από την κρίση

Αν αποφασίσει κάποιος να παίξει το γνωστό  παιχνίδι των σχετικών  λέξεων στους διεθνής και ευρωπαϊκούς  κύκλους  τότε στην  λέξη ελληνική οικονομία αντιστοιχεί η φράση   κακός μαθητής. Και αυτό γιατί τα τελευταία τριάντα χρόνια προφανώς δεν διδαχθήκαμε τίποτα από τα λάθη μας  έχοντας το σύνδρομο του κακού μαθητή ο οποίος  δεν διορθώνεται. Φτάσαμε λοιπόν στο όριο της χρεοκοπίας με την ουσιαστική υπαγωγή της ελληνικής οικονομίας σε καθεστώς επιτήρησης.
Φαίνεται ότι το μνημόνιο αποτελεί έναν  σίγουρο τρόπο μετάθεσης του προβλήματος της χρεοκοπίας  και ίσως έναν  πιθανό τρόπο επίλυσης του προβλήματος διαχείρισης του χρέους. Το βέβαιο είναι ότι ακόμα και αν με ένα μαγικό τρόπο μηδενίζαμε το χρέος η ελληνική οικονομία σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα θα επανέρχετο στο ίδιο σημείο. Γι αυτό τον λόγο η παρούσα κρίση  είναι μια ευκαιρία να επανατοποθετηθούν καταρχήν οι ιδέες, να μεταβληθεί η κυρίαρχη ιδεολογία, και τα ‘κλισέ’ για την οικονομία και σε μεταγενέστερο στάδιο οι πολιτικές  έτσι ώστε  να μην  αφήνουμε τις κρίσεις να πηγαίνουν χαμένες.  Προς το παρόν ο δημόσιος διάλογος περιορίζεται στο να περιγράψει τι έγινε και λιγότερο γιατί  έγινε  και οδηγηθήκαμε σ’ αυτή την κατάσταση και  η δημόσια συζήτηση για την οικονομία διαμορφώνεται από τις κομματικές προσεγγίσεις και τα συνθήματα οι οποίες πολλές φορές αγνοούν την πραγματικότητα.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Στο σημείο μηδέν η ώρα των αποφάσεων

Φαίνεται ότι φτάσαμε στο σημείο μηδέν. Στο σημείο που θέλαμε να αποφύγουμε και πιστέψαμε ότι αποφύγαμε το Μάιο του 2010 με την υπογραφή του Μνημονίου επανέρχεται δριμύτερο λίγους μήνες μετά. Θα ήταν περιττολογία να αναφερθούμε στα αίτια της κρίσης, γιατί το θέμα είναι ένα δώσουμε μια πειστική απάντηση στο ερώτημα αν μπορούμε να διαχειριστούμε το χρέος των επόμενων ετών. Το φάσμα της χρεοκοπίας πλέον δεν αποτελεί μια θεωρητική προσέγγιση, αλλά ένα υπαρκτό ενδεχόμενο. Όταν μια οικονομία φτάνει σε αυτό το σημείο, τότε ο δημόσιος διάλογος και η δημόσια συζήτηση «ανοίγει» όλα τα θέματα και με ρεαλισμό προσεγγίζει όλες τις εφικτές λύσεις. Ακόμα και η χρονική επιμήκυνση του χρέους η ή μερική περιστολή του δεν μπορεί να παρέχει μια μακροχρόνια και βιώσιμη λύση. Για τη διευκόλυνση αυτής της συζήτησης, είναι χρήσιμο να δούμε ποιο είναι το πλαίσιο διαλόγου.

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

Ανάγκη άσκησης της κλαδικής πολιτικής

Μέσα στην ατζέντα της κυβερνητικής πολιτικής είναι αναγκαίο να περικλείονται σαφείς αναπτυξιακές δράσεις. 

Στο πλαίσιο αυτό είναι κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη η άσκηση της κλαδικής πολιτικής δεδομένου ότι οι τομείς οι οποίοι συνέθεσαν στη διαμόρφωση της προστιθέμενης αξίας στην ελληνική οικονομία (χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, κατασκευές, λιανεμπόριο, βιομηχανία, τουρισμός) με εξαίρεση τον τουρισμό φαίνεται ότι πλέον δύσκολα μπορούν να αποτελέσουν την ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας.

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Πείραμα το σταθεροποιητικό πρόγραμμα της ελληνικής οικονομίας

Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι το σταθεροποιητικό πρόγραμμα, οι αποφάσεις και το πλαίσιο πολιτικής που διαμορφώνεται στο μνημόνιο αναμένεται να προσδιορίσουν το μέλλον της χώρας για την επόμενη δεκαετία.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι το εν λόγω επιχείρημα έχει πολλά χαρακτηριστικά πρωτοτυπίας που θα μπορούσαν να του προσδώσουν τα χαρακτηριστικά του πειράματος. Τα χαρακτηριστικά αυτά συνδέονται κατ΄ αρχήν με το γεγονός ότι το ΔΝΤ έχει εφαρμόσει τα αντίστοιχα σταθεροποιητικά προγράμματα σε χώρες που είχαν τη δική τους συναλλαγματική ισοτιμία και αυτόνομη νομισματική πολιτική.