Σελίδες

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανάπτυξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανάπτυξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Μεταρρυθμίσεις και Ανάπτυξη ή Ανάπτυξη και Μεταρρυθμίσεις;

  
Τα συμπεράσματα και η εμπειρία  από την εφαρμογή των δύο προηγούμενων μνημονίων και των μεταρρυθμίσεων αποτελούν μια πολύ καλή παρακαταθήκη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την διάρκεια της τρίτης συμφωνίας. Η Ελλάδα μετά την υλοποίηση και ενσωμάτωση 166 διακριτών πράξεων μεταρρύθμισης (συνολικά  65 νόμοι) συνεχίζει για έκτη χρονιά να βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια μεγάλη και απροσδόκητη ύφεση  και σε έναν επίσης απρόβλεπτο αποπληθωρισμό. 
Οι μεταρρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν από το α’ και β’ μνημόνιο επικεντρώθηκαν  στην αγορά εργασίας. Έτσι, προτείνονται και υιοθετούνται μέτρα προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα του παραγόμενου προϊόντος. Επομένως, το μετρήσιμο αποτέλεσμα θα πρέπει να αντιστοιχίζεται με την αύξηση της βιομηχανικής δραστηριότητας, των εξαγωγών, των επενδύσεων, του σχηματισμού κεφαλαίου, στην αυξημένη παραγωγή εμπορεύσιμων αγαθών. Δυστυχώς οι εξελίξεις των παραπάνω οικονομικών μεταβλητών δεν μπορούν να απεικονίσουν  τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων.
Σ’ αυτό το περιβάλλον πρέπει να αξιολογηθούν οι παράμετροι που ακύρωσαν τα αναπτυξιακά αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων.
Οι  μεταρρυθμίσεις και των δύο προγραμμάτων, ιδιαίτερα όμως του πρώτου, ανάλωσαν μεγάλο μέρος της κοινωνικής ανοχής. Σημαντικό μέρος των μεταρρυθμίσεων ερμηνεύτηκαν από την ελληνική κοινωνία ως μέρος μιας τιμωρητικής διαδικασίας και όχι ως τμήμα ενός σχεδίου ανάπτυξης.   Η αδυναμία να παραχθούν άμεσα αποτελέσματα μείωσε την απαραίτητη πολιτική και κοινωνική συναίνεση και ως εκ τούτου οι όποιες θετικές επιδράσεις αντισταθμίστηκαν από την διογκούμενη αμφισβήτηση  και υπονόμευση. Συγκεκριμένα, δόθηκε μεγάλη βαρύτητα στον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα, στην αύξηση της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης. Τα παραπάνω είναι μεν αναγκαίες προϋποθέσεις για την εύρυθμη λειτουργία μιας αναπτυγμένης κοινωνίας αλλά τα παραγόμενα αποτελέσματα είναι μακροχρόνια. Εξάλλου,  μεγάλο μέρος των μεταρρυθμίσεων που αφορούσαν την γενική κυβέρνηση δεν είχαν αναπτυξιακό στόχο αλλά καθαρά δημοσιονομικό. 
 Πρέπει να αναφερθεί ότι το 2012, έτος ολοκλήρωσης του πρώτου πακέτου των μεταρρυθμίσεων και έναρξης εφαρμογής του δευτέρου, ήταν το έτος αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους. Τόσο την περίοδο πριν από την αναδιάρθρωση όσο και μετά, η ελληνική οικονομία συνέχισε να είναι επιβαρυμένη με μεγάλη πιθανότητα χρεοκοπίας .
 H αναδιάρθρωση του χρέους  το Μάρτιο του 2012 και το Νοέμβριο του ίδιου έτους  προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στα ασφαλιστικά ταμεία, στις τράπεζες καθώς και στους κατόχους ομολόγων του δημοσίου. Τα άμεσα αποτέλεσμα αυτών των απωλειών ήταν η εξασθένηση της κεφαλαιουχικής βάσης των τραπεζών και του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστικών ταμείων. Τα προβλήματα ρευστότητας που ακολούθησαν σε συνδυασμό με τον αποπληθωρισμό, οδήγησαν σε προβληματική λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Τόσο το πρώτο πρόγραμμα όσο και το δεύτερο σχεδιάστηκαν στη βάση των προβλέψεων της τρόικα για την εξέλιξη του ΑΕΠ. Πάνω σ’ αυτή τη βάση έγιναν και οι υπολογισμοί του δημοσιονομικού κενού. Και στις δύο περιπτώσεις  η ύφεση ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη.   Οι αστοχίες των προβλέψεων σχετικά με το μέγεθος της κρίσης υποχρέωναν την Κυβέρνηση σε συνεχείς αναδιαρθρώσεις των προγραμμάτων υπέρ των δημοσιονομικών μέτρων προκειμένου να καλύπτονται τα δημοσιονομικά κενά.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι εξαιρετικά δύσκολο να απομονωθούν τα αποτελέσματα των μεταρρυθμιστικών πολιτικών, ωστόσο για τα αποτελέσματα του ελληνικού προγράμματος καταγράφεται συγκεκριμένος προβληματισμός ακόμα και από την Ε.Ε. ή το ΔΝΤ. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τα εμπειρικά ευρήματα που υποστηρίζουν την ύπαρξη περιορισμένων αποτελεσμάτων των μεταρρυθμίσεων στην ανάπτυξη, δημιουργεί ερωτηματικά σχετικά με τη σύνθεση του μείγματος των μεταρρυθμίσεων ή με το χρόνο εφαρμογής τους ή και με τα δύο. 

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Τι Πήγε Στραβά;

Μας αρέσει ή όχι μπήκανε πλέον σε μια νέα εποχή. Oι διαπραγματεύσεις και οι συζητήσεις των τελευταίων μηνών δείχνουν ότι η Ελληνική πλευρά θα καταλήξει σε μια νέα συμφωνία. Ανεξάρτητα αν θα πρόκειται περί μνημονίου ή συμφωνίας το σίγουρο είναι ότι θα αφορά σε  ένα νέο οδικό χάρτη μέτρων και πολιτικών με ορίζοντα τριετίας.
 Σύντομα αυτή η συμφωνία θα αποκτήσει περιεχόμενο και εξειδίκευση. Ετσι από την δημιουργική ασάφεια θα περάσουμε στην λεπτομερειακή εξειδίκευση. Το περιεχόμενο αυτού του οδικού χάρτη θα  εξαρτάται από τους σκοπούς που θέλουμε να πετύχει αλλά και τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Περιληπτικά αναφέρω τους κυριότερους στόχους. Η διαχείριση της ανθρωπιστικής κρίσης, η ανάπτυξη και οι μεταρρυθμίσεις θα αποτελέσουν προφανώς τους κεντρικούς άξονες αυτού του χάρτη. Ο  προφανέστατος σκοπός  του συνόλου των μέτρων πολιτικής θα είναι η διαμόρφωση ενός οικονομικού περιβάλλοντος έτσι ώστε τα μεγέθη που θα προκύψουν να καταλήγουν σε ένα βιώσιμο χρέος (δεδομένου ότι θα είναι δυνατός μόνο ο εσωτερικός δανεισμός) και να εισέλθει η ελληνική οικονομία σε αναπτυξιακούς ρυθμούς.
Πρέπει να σημειωθεί ότι αν αλλάξουμε  λίγο την ιεράρχηση των στόχων  τους ίδιους στόχους  είχαν και τα προηγούμενα μνημόνια. Ωστόσο όμως τα προηγούμενα δύο μνημόνια, αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα δεν είχαν και τόσο καλά αποτελέσματα.

Αρα το επόμενο ερώτημα είναι τι πήγε στραβά;  Αν δώσουμε ρεαλιστικές απαντήσεις στο προηγούμενο ερώτημα τότε υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας των μελλοντικών πολιτικών. Κατά την γνώμη μου τα προηγούμενα πέντε χρόνια  υποτιμήθηκε η επίδραση της περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής  στο εθνικό προιόν. Επίσης υποτιμήθηκαν οι επιπτώσεις του περιορισμού της ρευστότητας  και της αδυναμίας του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτεί την οικονομία. Παγιδεύτηκε η δημόσια συζήτηση αποκλειστικά στα θέματα δημοσιονομικής πολιτικής ακυρώνοντας την οποιαδήποτε αναπτυξιακή ατζέντα. Και βέβαια   δεν δόθηκε η αναμενόμενη προσοχή στα θέματα της επιτάχυνσης των ιδιωτικών επενδύσεων.  Το μεγαλύτερο λάθος όμως ήταν ότι δόθηκε  η ψευδαίσθηση ότι η αναπτυξιακή διαδικασία είναι και αυτή μια κανονιστική-γραφειοκρατική διαδικασία όπου αρκεί μια υπουργική απόφαση για την ενεργοποίησή της. Κατ’ αντιστοιχία με τις δημοσιονομικές αποφάσεις για αύξηση των φόρων ή την μείωση των δαπανών θα αρκούσε ένας νόμος για την επανεκκίνηση της οικονομίας.  Δυστυχώς αποδείχθηκε με τον χειρότερο τρόπο ότι δεν είναι έτσι.

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Οι ελπίδες για ανάπτυξη


Η αλήθεια των αριθμών είναι σκληρή. Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία τον τελευταίο χρόνο μειώθηκαν κατά 10,5%. Οι επενδύσεις δηλαδή σε μηχανήματα, κτήρια και γενικότερα πάγια περιουσιακά σημείωσαν σημαντική μείωση. Το ερώτημα που προκύπτει είναι από πού θα προέλθει η ποθούμενη ανάπτυξη και οι νέες θέσεις εργασίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας άλλος τομέας που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει την αναπτυξιακή διαδικασία είναι το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Για δημοσιονομικούς λόγους και αυτό μειώθηκε και μειώνεται κατά σημαντικά ποσά. Πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα και αν οι επενδύσεις αυξηθούν χρειάζεται περισσότερο από δεκαοκτώ μήνες χρόνο προκειμένου αυτές οι επενδύσεις να λειτουργήσουν και να γίνουν παραγωγικές δραστηριότητες. Επομένως το πιο πιθανό είναι ότι και το 2012 η ύφεση θα ξεπεράσει το 4% παρά τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις για το αντίθετο.  Απ ότι φαίνεται έχουμε εναποθέσει πολλές ελπίδες στον τουρισμό. Όμως ο κλάδος αυτός της οικονομίας συνεισφέρει περίπου 15% στην διαμόρφωση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Οσο αυξημένη και είναι η τουριστική κίνηση δεν θα μπορέσει να επηρεάσει σημαντικά την μεγάλη ύφεση και έτσι οι ελπίδες για ανάπτυξη θα αποδειχθούν για άλλη μια φορά αίολες.

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Το σύνδρομο του κακού μαθητή και η έξοδος από την κρίση

Αν αποφασίσει κάποιος να παίξει το γνωστό  παιχνίδι των σχετικών  λέξεων στους διεθνής και ευρωπαϊκούς  κύκλους  τότε στην  λέξη ελληνική οικονομία αντιστοιχεί η φράση   κακός μαθητής. Και αυτό γιατί τα τελευταία τριάντα χρόνια προφανώς δεν διδαχθήκαμε τίποτα από τα λάθη μας  έχοντας το σύνδρομο του κακού μαθητή ο οποίος  δεν διορθώνεται. Φτάσαμε λοιπόν στο όριο της χρεοκοπίας με την ουσιαστική υπαγωγή της ελληνικής οικονομίας σε καθεστώς επιτήρησης.
Φαίνεται ότι το μνημόνιο αποτελεί έναν  σίγουρο τρόπο μετάθεσης του προβλήματος της χρεοκοπίας  και ίσως έναν  πιθανό τρόπο επίλυσης του προβλήματος διαχείρισης του χρέους. Το βέβαιο είναι ότι ακόμα και αν με ένα μαγικό τρόπο μηδενίζαμε το χρέος η ελληνική οικονομία σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα θα επανέρχετο στο ίδιο σημείο. Γι αυτό τον λόγο η παρούσα κρίση  είναι μια ευκαιρία να επανατοποθετηθούν καταρχήν οι ιδέες, να μεταβληθεί η κυρίαρχη ιδεολογία, και τα ‘κλισέ’ για την οικονομία και σε μεταγενέστερο στάδιο οι πολιτικές  έτσι ώστε  να μην  αφήνουμε τις κρίσεις να πηγαίνουν χαμένες.  Προς το παρόν ο δημόσιος διάλογος περιορίζεται στο να περιγράψει τι έγινε και λιγότερο γιατί  έγινε  και οδηγηθήκαμε σ’ αυτή την κατάσταση και  η δημόσια συζήτηση για την οικονομία διαμορφώνεται από τις κομματικές προσεγγίσεις και τα συνθήματα οι οποίες πολλές φορές αγνοούν την πραγματικότητα.

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

… Και πάλι για την ανάπτυξη

 Η συζήτηση για την ανάπτυξη πρέπει κάποια στιγμή να αρχίσει να αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο. Οι γενικοί αφορισμοί και τα ξόρκια και ο ξύλινος πολιτικός λόγος μόνο ανάπτυξη δεν μπορούν να φέρουν τουναντίον αποπροσανατολίζουν την συζήτηση.  Σε εποχές δημοσιονομικής πειθαρχίας  και με μεγάλο εξωτερικό χρέος είναι εξαιρετικά δύσκολο να  περιμένουμε ένα μεγάλο αναπτυξιακό πακέτο υποστήριξης που θα μπορούσε να επανακινήσει την οικονομία. Δυστυχώς απ’ότι φαίνεται άλλο σχέδιο Μάρσαλ για την ελληνική οικονομία δεν πρόκειται να υπάρξει ιδιαίτερα από τους ευρωπαίους εταίρους. Αυτό που απομένει είναι τα  αναπτυξιακά μέτρα μη δημοσιονομικού κόστους. Και αποτελεί απορροίας  άξιο γιατί αυτά τα μέτρα δεν λαμβάνονται.
Δεν καταλαβαίνω τι κοστίζει ο περιορισμός της γραφειοκρατίας και η υποστήριξη της επιχειρηματικότητας. Δεν καταλαβαίνω γιατί αυτή την εποχή πρέπει να εξαντλήσουμε τις περιβαλλοντικές μας ευαισθησίες και να αποτρέπουμε έτσι την εξόρυξη του ορυκτού πλούτου ή την οικοδόμηση; Τέλος δεν μπορώ να καταλάβω  γιατί δεν  μπορούμε να διαπραγματευτούμε με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εκκίνηση (επιτέλους) του ΕΣΠΑ χωρίς την εθνική συμμετοχή τα πρώτα δύο ή τρία χρόνια. Σε μια εποχή που τα πολλά πράγματα αλλάζουν στην ΟΝΕ γιατί δεν διαπραγματευόμαστε την εφαρμογή και την υποστήριξη συγκεκριμένων κλαδικών πολιτικών που θα μπορέσουν να αναδείξουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας.
 Θα έπρεπε να μας εξηγήσει κανείς για ποιο λόγο αναζητάμε φωτισμένους επενδυτές στο Ντουμπάι και δεν ενεργοποιούμε τις δεκάδες σε αναμονή επενδύσεις σε φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα. Αυτά και άλλα πολλά θα μπορούσαν  να προκύψουν  ως μέτρα πολιτικής στην περίπτωση που ο δημόσιος διάλογος δεν ήταν παγιδευμένος αποκλειστικά στην εφαρμογή και στην διαχείριση των σταθεροποιητικών προγραμμάτων.
Οι προβλέψεις που κάνουν λόγο για επαναφορά της ελληνικής οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2012 (σε λιγότερο από 10 μήνες δηλαδή)  είναι εξαιρετικά υπεραισιόδοξες και αβέβαιες. Το βέβαιο  είναι ότι το νέο πακέτο δημοσιονομικής  σταθεροποίησης και ο επικείμενος πληθωρισμός θα οδηγήσει την οικονομία σε μεγαλύτερη ύφεση και θα απογειώσει την  ανεργία. Τότε όμως θα είναι αργά για τέτοιες συζητήσεις.   
   

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Αναζητούνται ατμομηχανές της ανάπτυξης

Θέλω να πιστεύω ότι κεντρικός στόχος τόσο του μνημονίου όσο και των υπόλοιπων διαρθρωτικών μέτρων σε μεσομακροπρόθεσμο διάστημα είναι τελικά η ανάπτυξη. Οι πολιτικές της δημοσιονομικής σταθεροποίησης σε συνδυασμό με την υψηλή ανεργία αποτελούν ένα επώδυνο μεταβατικό στάδιο, μέχρις ότου η ελληνική οικονομία εισέλθει ξανά σε μια αναπτυξιακή τροχιά. Οι υπεύθυνοι της εφαρμογής του μνημονίου διαβεβαιώνουν ότι το 2012 η ελληνική οικονομία θα πετύχει ρυθμούς ανάπτυξης 1,1%. Για την τεκμηρίωση της παραπάνω πρόβλεψης καλό είναι να γνωρίζουμε με ποιον τρόπο διαμορφώθηκε η προστιθέμενη αξία, δηλαδή η αύξηση της αξίας των αγαθών που προκύπτουν από τη διαδικασία της παραγωγής στην ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Η ανάγκη αλλαγής στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης

H υιοθέτηση των κριτηρίων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (δημοσιονομικό έλλειμμα και χρέος) καθώς και του κριτηρίου του πληθωρισμού έπαιξαν τον ρόλο των Εννέα Εντολών για την ΟΝΕ με κυρίαρχο στόχο τον μακροχρόνιο έλεγχο του χρέους της ευρωζώνης και την νομισματική σταθερότητα. Χωρίς να αναιρεί κανείς το γεγονός ότι η δημοσιονομική και νομισματική πειθαρχία ήταν και είναι το ζητούμενο για την ελληνική οικονομία η υιοθέτηση στερεοτύπων στερεί την απαραίτητη προσαρμοστικότητα στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής.

Τόσο το κριτήριο του δημοσιονομικού ελλείμματος όσο και αυτό του χρέους και του πληθωρισμού ίσχυσαν για όλες τις οικονομίες της ΟΝΕ ανεξάρτητα από τις συνθήκες που επικρατούσαν σε κάθε μια. Συγκεκριμένα τα παραπάνω κριτήρια εξαρτώνται από τις επιμέρους συνθήκες και τις ελαστικότητες που επικρατούν στην αγορά προϊόντων εργασίας και κεφαλαίου. Χρειάστηκε να δοκιμαστεί η ευρωπαϊκή οικονομία από μια σημαντική κρίση για να αρχίσουμε να συζητάμε ότι ο τύπος της πολιτικής one size fits all ίσως να χρειάζεται αναθεώρηση ιδιαίτερα σε περιόδους ύφεσης.

΄Eχει ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι στα μέσα της δεκαετίας του 1990 όταν σχεδιάζονταν τα παραπάνω κριτήρια η προβλεπόμενη ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ για την ευρωζώνη ανέρχονταν στο 5%. Με 5% προβλεπόμενη ανάπτυξη η διατηρησιμότητα του επιπέδου του χρέους στο 60% απαιτεί το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος να είναι 3%. Με αυτόν τον απλό τρόπο προέκυψε το κριτήριο του 3% χωρίς καμία θεωρητική ή εμπειρική τεκμηρίωση για τις οικονομίες που θα λάμβανε χώρα. Αξίζει να αναφερθεί ότι η ελληνική οικονομία προσπαθεί να υιοθετήσει ένα κριτήριο που ποτέ τα τελευταία χρόνια δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει πραγματικά. Σήμερα οι προβλέψεις για ρυθμούς ανάπτυξης 5% αποτελούν τουλάχιστον μια ουτοπία. Παράλληλα οι βασικοί πυλώνες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος όπως η αποφυγή εφαρμογής εθνικών πολιτικών, κλαδικών ενισχύσεων και προστατευτισμών κρούονται. Επομένως, θα ήταν λογικό να συζητήσουμε και την αναθεώρηση του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης.

Σε μια εποχή ύφεσης και συρρίκνωσης του ιδιωτικού τομέα ο δημόσιος είναι εκείνος που μπορεί να λειτουργήσει μοχλευτικά στην οικονομία. Η εμμονή στην δημοσιονομική πειθαρχία απλά θα παρατείνει το χρονικό διάστημα της κρίσης ακόμα και αν επιλυθούν τα προβλήματα ρευστότητας της οικονομίας.

Ενδεικτικές είναι οι προβλέψεις για την μεταβολή του ΑΕΠ το 2009 στις κύριες οικονομίες της ευρωζώνης.

Υπάρχει βέβαια ο αντίλογος ότι η αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος θα προκαλέσει αύξηση του δημοσίου χρέους. Το επιχείρημα αυτό μπορεί να αναιρεθεί από τον αναπτυξιακό προσανατολισμό της δημοσιονομικής πολιτικής και της ενίσχυσης των επενδύσεων. Σ’ αυτή την περίπτωση μέσω του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή και της τόνωσης της οικονομίας η αύξηση του χρέους σε δεύτερο χρόνο θα είναι μικρότερη από την αύξηση του ΑΕΠ έτσι ο λόγος χρέος προς ΑΕΠ θα μειώνεται.

Το επόμενο επιχείρημα για την αποφυγή των δημοσιονομικών ελλειμμάτων σχετίζεται με τις πληθωριστικές πιέσεις που μπορεί να επιφέρει. Πιστεύω ότι ο πληθωρισμός είναι αυτό που ακριβώς που χρειάζεται η ελληνική οικονομία σε αυτή την φάση. Αντιμετωπίζοντας το φάσμα του αποπληθωρισμού και δεδομένης της υπερχρέωσης των νοικοκυριών ένα λογικό επίπεδο πληθωρισμού θα μπορούσε να λειτουργήσει ανακουφιστικά.

Σχετικά με τα spreads των ελληνικών ομολόγων πρέπει να αναφερθεί ότι στις διεθνείς χρηματαγορές αξιολογείται η συνολική δανειοληπτική ικανότητα της χώρας, η ικανότητά της να αποπληρώσει το υφιστάμενο χρέος καθώς και οι ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας. Ακόμα και από τους οίκους αξιολόγησης το σύστημα αξιολόγησης της κάθε οικονομίας είναι αρκετά πολυπαραμετρικό και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το δημοσιονομικό έλλειμμα. Αρκεί να αναφερθεί ότι την περίοδο 1998-2000 την περίοδο που ελληνική οικονομία προετοιμαζόταν για την ένταξή της στην ΟΝΕ και το δημοσιευμένο δημοσιονομικό έλλειμμα ανήρχετο στο 3% τα spreads ανέρχονταν στις 400 μ.β. Ενώ καθ΄ όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 1990 τα spreads κινήθηκαν από 1500 μ.β. το 1993 έως 50 μ.β. το 2000.

Το τελευταίο επιχείρημα σχετίζεται με το αποτέλεσμα το οποίο στην διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται ως crowding out. Σύμφωνα με αυτό το δημοσιονομικό έλλειμμα θα οδηγήσει τον δημόσιο τομέα στην έκδοση ομολόγων με αποτέλεσμα να εκτοπίσει τα εταιρικά ομόλογα και έτσι να πληγούν οι ιδιωτικές επενδύσεις και η επιχειρηματικότητα. Λαμβάνοντας κανείς υπόψη την σημαντική συρρίκνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας σήμερα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δεν υφίσταται κίνδυνος διαγκωνισμού μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Δημοσιεύτηκε στον capital.gr


Πηγή:www.capital.gr